Αφιέρωμα στην κρητικιά συγγραφέα Ρέα Γαλανάκη

reagalanaki

Η Ρέα Γαλανάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1947. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στην Αθήνα. Ζει στην Πάτρα. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα και δοκίμια. Ανήκει στα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων (το 1981). Έχει τιμηθεί δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο (το 1999 για το μυθιστόρημα «Ελένη ή ο Κανένας» και το 2005 για τη συλλογή διηγημάτων «Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι»). Επίσης, έχει τιμηθεί με το Βραβείο Πεζογραφίας «Κώστα και Ελένης Ουράνη» της Ακαδημίας Αθηνών (το 2003 για το μυθιστόρημα «Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων»), με το Βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης» του Δήμου Ηρακλείου Κρήτης το 1987 και με το «Βραβείο Αναγνωστών» του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου το 2006 για το μυθιστορηματικό χρονικό «Αμίλητα, βαθιά νερά». Το μυθιστόρημά της «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά» είναι το πρώτο ελληνικό βιβλίο που εντάχθηκε από την Ουνέσκο στην «UNESCO Collection of Representative Works» (1994), ενώ το «Ελένη ή ο Κανένας» διεκδίκησε το Ευρωπαϊκό Βραβείο «Αριστείον» μπαίνοντας στην τελική τριάδα των υποψήφιων έργων (1999). Έργα της έχουν μεταφραστεί σε δεκαπέντε γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, ολλανδικά, τσεχικά, βουλγαρικά, σουηδικά, λιθουανικά, τουρκικά, αραβικά, κινεζικά, εβραϊκά και αλβανικά.

Αποσπάσματα από βιβλία της

Ελένη ή ο Κανένας, Εκδόσεις Καστανιώτη (2004)

Η πρωτοκόρη κι η αγαπημένη του πατέρα της. Όχι τόσο για τα τυχαία πρωτεία —μολονότι η σπορά κι η γέννησή της ποτέ δεν θα μπορούσαν να αποσπαστούν από τη χρονιά της Επανάστασης— όσο γιατί του έμοιαζε. Και πάλι, όχι στην όψη τόσο, όσο στην περηφάνια και την αποκοτιά. Τούτη η κόρη είχε μεγαλώσει στα ταραγμένα χρόνια του ξεσηκωμού, γεγονός που κατά τον κύρη της δεν θα μπορούσε να αποσπαστεί από τη μανία της να ζωγραφίζει, αν δεν ήταν κιόλας η αιτία. Το εξηγούσε λέγοντας, από την προσωπική του πείρα, πως εκείνα τα τρομερά χρόνια ανέσυραν από τον καθένα, μικρόν ή μεγάλο, κάτι παραπάνω από αυτό που σε κανονικές συνθήκες έδειχνε πως ήταν. Καλό ή κακό δεν εμετρούσε, σίγουρα όμως κάτι παραπάνω από το συνηθισμένο. Κι αυτό συνέβαινε εξαιρετικά απλά, όπως κατά καιρούς ανάβει ένα θαύμα και, πριν σβήσει, δίνει στα πάντα ένα πιο κόκκινο φως.

Ο καπετάν Γιάννης δεν αναζήτησε περισσότερες ερμηνείες για τη μανία της κόρης του να ζωγραφίζει, αφού το θαύμα πρέπει να μένει σε μεγάλο βαθμό ανερμήνευτο. Ας το εξηγούσε μόνη της η Ελένη, μπαίνοντας στα γράμματα και στην καλλιτεχνία, μιας και οι καιροί επέτρεπαν στις θυγατέρες των προεστών ή των πιο εύπορων αγωνιστών να λάβουν καλή μόρφωση, κι ας έμενε για πάντα η θάλασσα στα χέρια των αντρών. Παρά τα θαύματα, που ως και πάνω στα αλμυρά της ύδατα είχανε πρόσφατα συμβεί, δεν έβλεπε την πρωτοκόρη του να κυβερνά εμπορικό καράβι οπλισμένο με κανόνια, ούτε βέβαια πειρατικό. Ούτε και θα μπορούσε να ναυμαχεί, κι ας του έλεγε η συμβία του πως τούτη η πρώτη θυγατέρα, πιο πολύ από τις άλλες δυο, καθόταν στα κατώφλια των σπιτιών κι άκουγε τα παραμύθια που λέγαν οι γυναίκες την ώρα του αποσπερίτη, έως αργά. Τα παραμύθια, που εκείνα τα χρόνια όλα εστιάζονταν στο παραμύθι της Μεγάλης τους Κυράς. Το όνομά της ακουγόταν πάντα από τις γυναίκες των ψαράδων σιγανά, σχεδόν με τρόμο, αφού το πνεύμα της δεν πρέπει να είχε ολότελα αναπαυτεί και τρογυρνούσε. Τη σκότωσαν προτού καλά καλά προλάβει να γεράσει, εδώ στο νησί. Την πυροβόλησαν μπαμπέσικα σε έναν καβγά που ξέσπασε ανάμεσα σε δυο σπουδαίες κι αντίπαλες φαμίλιες, τη δική της και μιαν άλλη, όταν ο γιος της έκλεψε την κόρη που αγαπούσε από το άλλο σόι. Για χρόνια κανείς δεν κατονόμαζε τον δολοφόνο, αν και όλοι γνώριζαν ποιος ήταν. Γι’ αυτό, συνεχίζοντας τον θρήνο οι γυναίκες, υπαινίσσονταν το όμαιμο, το αρβανίτικο βόλι, κι έσερναν τη φωνή τους πίσω μέχρι τη σημαδεμένη γέννηση της Λασκαρίνας. Έλεγαν, τέτοια γεννητούρια μέσα στης Πόλης τα μπουντρούμια, πώς θα μπορούσαν να έχουν τέλος διαφορετικό; Διότι εκεί είχε πάει με τα χίλια βάσανα η νεαρή της μάνα, για να επισκεφτεί τον άντρα της ετοιμοθάνατο στη φυλακή, όπου τον είχαν κλείσει ως επαναστάτη εναντίον της Πύλης στα Ορλωφικά. Κι ενώ εκείνος ξεψυχούσε, η γυναίκα δίπλα γέννησε το πρώτο τους παιδί, μια θυγατέρα. Αυτήν, που εκεί μέσα, αλάλητη ακόμη, πήρε όρκο με την πρώτη της ανάσα να εκδικηθεί. Αυτήν, που εδώ στο νησί στάθηκε δυο φορές στην εκκλησία νύφη και χήρα, κι έκαμε εφτά παιδιά. Αυτήν, που στον ξεσηκωμό στάθηκε πολέμαρχος και κυβερνήτης με προσωπική παντιέρα στον «Αγαμέμνονα», το ονομαστό της πλοίο, και ξοπίσω της ακολουθούσαν οι γιοι κι οι γαμπροί της καπετάνιοι στα πλοία του προσωπικού της στόλου.

Και καθώς οι γυναίκες συνεχίζαν να μοιρολογιούνται, πότε ενώνοντας τα βάσανα και τις ανδραγαθίες της Μεγάλης τους Κυράς, πότε διαχωρίζοντάς τα κι εξηγώντας το ένα ως αίτιο ή ως αποτέλεσμα του άλλου, η Ελένη, μικρή ακόμη, έπλαθε με τον νου της τις εικόνες. Αν και νήπιο όταν έγινε το φονικό, ισχυριζότανε στη γειτονιά ότι θυμότανε τη Λασκαρίνα, και περιέγραφε το πρόσωπό της. Οι γυναίκες σκέφτονταν πως ίσως το ήξερε με τον τρόπο που οι αγιογράφοι ξέρουνε τις φυσιογνωμίες των αόρατων αγίων, σαν έρχονται να τους επισκεφθούνε στο κελί ή στο όνειρο, ραίνοντας μύρα τριγύρω. Άλλωστε, εκείνα τα χρόνια ζωγραφίζαν τη Μεγάλη τους Κυρά κι άλλοι σπουδαίοι ζωγράφοι, πότε όρθια να οδηγεί το πλήρωμα στη μάχη, πότε καβάλα στο άλογο, πότε να στέκεται δίπλα σε μάρμαρα με το γυμνό σπαθί στο χέρι. Σε μιαν άλλη πάλι ζωγραφιά η Κυρά βρισκότανε σε περιποιημένο κήπο, έχοντας στα μαλλιά της ρόδα, στο αριστερό της χέρι ένα καλαθάκι με λουλούδια και στο δεξί ένα μαντήλι δαντελένιο. Καμιά, ωστόσο, απεικόνιση δεν έμοιαζε στον τρόπο που την έβλεπε η Ελένη, εμπλουτίζοντας καθώς μεγάλωνε τη νηπιακή της εικασία με τις αμφιβολίες, που επιτρέπουν τόσο τα τεκμήρια όσο και τα παραμύθια. Το διαπίστωσε όταν, μεγάλη πια και ζωγράφος, είδε μερικές από τις απεικονίσεις της Κυράς. Αλλά τότε είχε πλέον καταλάβει πως η ζωγραφική μπορεί να αποδώσει το ίδιο πρόσωπο με πολλές εικόνες, είτε από την ίδια την ελευθερία της τέχνης είτε διότι ένα πρόσωπο είναι πάντα πιο πολλά.

[πηγή: Ρέα Γαλανάκη, Ελένη ή ο Κανένας. Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2004, σ. 16-19]

________________

Από τη ζωή στη λογοτεχνία, Εκδόσεις Καστανιώτη (2011)

 Η λειτουργία, ωστόσο, του συναισθήματος είναι διπλή. Από τη μια μεριά το συναίσθημα είναι προϋπόθεση δημιουργίας, από την άλλη το συναίσθημα είναι κι ένας από τους βασικούς σκοπούς της τέχνης: να «αγγίξει», δηλαδή, το θυμικό του αποδέκτη της, ώστε να εκμαιεύσει κι απ’ αυτόν συναισθήματα αντίστοιχα προς εκείνα που κινητοποίησαν τον καλλιτέχνη. […]

Δεν έχει σημασία τι είναι αυτό που συγκινεί τον δημιουργό. Όπως δεν μπορεί να τεθεί ένα πλαίσιο απαγόρευσης στο θυμικό του καθενός μας, τι δηλαδή θα πρέπει να νιώθει, έτσι δεν υπάρχει πλαίσιο για το ποια συγκίνηση θα εμπνεύσει έναν δημιουργό, ούτε ποια αντίστοιχη συγκίνηση θα επιδιώξει να προκαλέσει με το έργο του.

Αυτή η «ελευθερία συγκίνησης» του δημιουργού, από την αδιόρατη ευχαρίστηση μέχρι την σκληρή οργή του, είναι μια ελευθερία που συνεπάγεται κι αυτή πολλούς και διαφορετικούς ανά εποχές κινδύνους.

Κατά βάθος, ίσως μπορούμε να ανιχνεύσουμε κάποιες «σταθερές», λόγου χάριν τον ανθρώπινο πόνο, το καταπατημένο δίκαιο, τη συγκινησιακή ερωτική φόρτιση ή τον φόβο του θανάτου ανάμεσα σε άλλα.

Τα υπόλοιπα μάλλον είναι θέματα ιδεών μιας εποχής, ανοιχτών ή ανελαστικών θεωριών περί την τέχνη, αλλά και προσωπικών επιλογών του καθενός δημιουργού.

Δεν έχει σημασία, επίσης, αν το συναίσθημα που κινητοποιεί τον δημιουργό εκπορεύεται από την γύρω του επικαιρότητα ή από άλλες εποχές, από βιώματα ή από ιστορικά ντοκουμέντα, από τη δική του την ζωή ή από τις ζωές άλλων ανθρώπων, υπαρκτών αλλά και πλασμένων ήδη «εν φαντασία και λόγων». (Μπορεί κάποιος να συγκινηθεί από την τραγική Μήδεια, για παράδειγμα.)

Έτσι κι αλλιώς για να δονήσει κάτι τον δημιουργό, αυτό θα πρέπει να χτυπήσει μια βαθιά χορδή μέσα του.

Με άλλα λόγια, θα πρέπει να τον αφορά προσωπικά πέραν του χρόνου, του εγώ ή του εσύ, του βιωμένου γεγονότος ή των ήδη γνωστών καταγραφών του σε λέξεις, εικόνες, ήχους, σχήματα και όγκους.

Σημειώνεται έτσι μια έξοδος του δημιουργού από τον (πάντοτε;) περιχαρακωμένο εαυτό του.

Η εγερτήρια δηλαδή συγκίνηση, αν είναι βαθιά και ειλικρινής, οδηγεί τον δημιουργό ακόμη και όταν αυτοβιογραφείται στην υπέρβαση του εαυτού του, στην συνάντησή του με τους άλλους’ τον οδηγεί από τον ενικό στον πληθυντικό, από το ιδιωτικό στο δημόσιο.

Γι’ αυτό και η συγκίνηση, αν είναι βαθιά και ειλικρινής –αλλά και με επάρκεια, και με γνώση, δουλεμένη- μπορεί να δώσει στο έργο του μια «πανανθρώπινη» διάσταση. […]

Οι μεγαλύτερες ανατροπές στην τέχνη, οι πιο ρηξικέλευθοι καινοτόμοι στην ιστορία της, μάλλον υπήρξαν αυτοί που βίωσαν με πάθος την παράδοσή της, που την μελέτησαν βαθύτερα, που –με τον τρόπο τους, θα έλεγα- την είχαν σεβαστεί ακόμη και όταν αποπειράθηκαν να την σκοτώσουν. Τουλάχιστον αυτούς θυμόμαστε.

Με το συναίσθημα ως κινητήρια δύναμη της τέχνης, συνήθως εννοούμε μια λίγο πολύ ανεπεξέργαστη συγκίνηση, από την μελαγχολική και ήπια έως την οργίλη κι άναρχη.

Ήδη το ανέφερα, ότι από μόνο του το συναίσθημα δεν συγκροτεί τέχνη.

Για μένα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον έχει και το εξής ερώτημα: με ποιο τρόπο μεταμορφώνεται η κινητήρια συγκίνηση σε τέχνη;

Με τι άλλο συνομιλεί το συναίσθημα, αλλά και ποιοι είναι οι όροι αυτού του διαλόγου – γιατί σαφώς υπάρχει ένας διάλογος του συναισθήματος με πολλά και διάφορα κατά την διαδικασία γέννησης ενός έργου΄ και πάνω απ’ όλα με την λογική.

Τι σημαίνει αυτό; Προσωπικά δεν εννοώ την κατάργηση του (θερμού) συναισθήματος από μια (ψυχρή) λογική, μα εκείνη την πολύ δύσκολη πορεία της συγκίνησης ώσπου να κατασταλάξει σε έργο τέχνης ισορροπημένο, ολοκληρωμένο και ανακοινώσιμο.

«Θυμός» και «λόγος» πάνε παρέα σ’ αυτή τη δύσβατη οδό, κουβεντιάζοντας,δίνοντας και παίρνοντας, σταματώντας και συνεχίζοντας, καβγαδίζοντας συχνά.

Όσο κι αν η παραπάνω πορεία από τη γύρη στον καρπό μένει τελικάανεξερεύνητη, μπορεί να πει κανείς ότι κατά την διάρκειά της λαμβάνεται η πιο σημαντική απόφαση του δημιουργού: με ποιο τρόπο, δηλαδή, θα μετουσιώσει την συγκίνησή του σε έργο τέχνης.

Αποφασίζει τι θα επινοήσει, τι θα κρατήσει και τι θα παραμερίσει, ποιες τεχνικές θα χρησιμοποιήσει, με ποιο τρόπο θα διανείμει ένα υλικό που από λίγο γίνεται σιγά σιγά πολύ, ποιο κίνδυνο αναλαμβάνει ενδεχομένως να διατρέξει, ώστε αυτό που θα προκύψει να κρατάει το άρωμα της βασικής συγκίνησης, τιθασευμένης όμως σε έντεχνη και απαιτητική μορφή. […]

Ο δαιδαλώδης διάλογος ανάμεσα στο συναίσθημα και τη λογική μοιάζει σαν να τερματίζεται για τον δημιουργό με την ολοκλήρωση του έργου του.
Ωστόσο, από το σημείο τούτο και μετά ξεκινάει ένας άλλος διάλογος συναισθήματος και λογικής, ή μάλλον λογικής και συναισθήματος.

Την σκυτάλη αναλαμβάνουν πλέον οι όποια κριτική, οι όποιοι αποδέκτες του έργου, η κυρίαρχη αισθητική της εποχής και οι γύρω της, ή οι εναντίον της δορυφορικές τάσεις, ακόμη και αυτός ο καθόλου αναμάρτητος κριτής – Χρόνος.

Στις μέρες μας έχει εμφανιστεί και η διαφορετική, η λιγότερο φερέγγυα,νομίζω, ανυπόγραφη ηλεκτρονική κριτική. Έτσι ο διάλογος καλά κρατεί για κάποιο διάστημα, πριν από την τόσο γρήγορη λησμονιά των έργων τέχνης.

(Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Θυμός και λόγος» (Για το συναίσθημα στην τέχνη), του βιβλίου της συγγραφέως Ρέας ΓαλανάκηςΑπό τη ζωή στη λογοτεχνίαΕκδόσεις Καστανιώτη, 2011)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s